Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χωριάζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χὠπ
χὤπη
χὠπόσοι
χὠπόσος
χὠπόταν
χὤπως
χώρα
Χωραζίν
χωράζω
χωράρχης
χωραρχία
Χωράσμιοι
χωράσμιος
χώραυλος
χωραφιαῖος
χωράφιον
χωρεπίσκοπος
χωρέω
χώρη
χωρηγητήρ
χώρημα
χωρημάτιον
χώρησις
χωρητέον
χωρήτης
χωρητικός
χωρητός
χωρί
χῶρι
χωριάζεσθαι
χωριάζω
χωριαμός
χωρίδιον
χωρίζω
χωρικός
χωρικῶς
χωρίον
χωριονόμος
χωρίς
χωρίσιμος
χώρισις
χώρισμα
χωρισμός
χωριστέον
χωριστέος
χωριστής
χωριστικός
χωριστός
χωριστῶς
χωρίτης
χωριτικός
χωριτικῶς
χωρῖτις
χωροβατέω
χωροβάτης
χωρογραφέω
χωρογραφία
χωρογραφικός
χωρογράφος
χωροθεσία
χωρομετρέω
…
χωριάζω
Save
Pape
χωριάζω
,
auf dem Lande sein, leben
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}