Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χωρηγητήρ
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χωνεύω
χώνη
χὠνήρ
Χωνίδας
χωνίον
χώννυμι
χωννύω
χῶνον
χῶνος
χὦνπερ
χώομαι
χὠπ
χὤπη
χὠπόσοι
χὠπόσος
χὠπόταν
χὤπως
χώρα
Χωραζίν
χωράζω
χωράρχης
χωραρχία
Χωράσμιοι
χωράσμιος
χώραυλος
χωραφιαῖος
χωράφιον
χωρεπίσκοπος
χωρέω
χώρη
χωρηγητήρ
χώρημα
χωρημάτιον
χώρησις
χωρητέον
χωρήτης
χωρητικός
χωρητός
χωρί
χῶρι
χωριάζεσθαι
χωριάζω
χωριαμός
χωρίδιον
χωρίζω
χωρικός
χωρικῶς
χωρίον
χωριονόμος
χωρίς
χωρίσιμος
χώρισις
χώρισμα
χωρισμός
χωριστέον
χωριστέος
χωριστής
χωριστικός
χωριστός
χωριστῶς
χωρίτης
…
χωρηγητήρ
Save
Bailly 2024
χωρ·ηγητήρ,
ῆρος
(
ὁ
) chef
ou
maître d’un pays,
Sib.
7, p. 355
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}