About
Menu

χωρητικός

χωρητικός, able to contain

χωρ-ητικός, ή, όν,
  • able to contain, ὑγρότητος Sch. Ptol. 19.
      • 2 capable of, ἄνθρωπος ζῷον λογισμοῦ χ. Ael. NA 2.11, cf. S.E. P. 3.121. Adv. -κῶς Suid. s.v. χανδόν.

Saved

Recent