ἀδιάρρευστος Save ἀδιάρρευστος, non-deliquescent LSJ DGE ἀδιά-ρρευστος, ον, non-deliquescent, φάρμακον Gal. 12.840. ἀδιάρρευστος -ον insoluble φάρμακον Gal.12.840.