Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀδιαστρόφως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀδιάρθρωτος
ἀδιαρθρώτως
ἀδιαρίπιστος
ἀδιάριστος
ἀδιάρπακτος
ἀδιάρπαστος
ἀδιάρρευστος
ἀδιάρρηκτος
ἀδιαρρίπιστος
ἀδιάρροια
ἀδιαρροίη
ἀδίας
ἀδιασάφητος
ἀδιάσειστος
ἀδιάσηπτος
ἀδιασκέδαστος
ἀδιασκέπτως
ἀδιάσκευος
ἀδιάσκοπος
ἀδιάσπαστος
ἀδιασπάστως
ἀδιάσταλτος
ἀδιαστασία
ἀδιάστατος
ἀδιαστάτως
ἀδιάστικτος
ἀδιάστολος
ἀδιάστομος
ἀδιαστρέπτως
ἀδιάστροφος
ἀδιαστρόφως
ἀδιάσφαλτος
ἀδιάσχιστος
ἀδιάσωστος
ἀδιάτακτος
ἀδιάτμητος
Ἀδιάτομος
Ἀδιατόριξ
ἀδιατράνωτος
ἀδιάτρεπτος
ἀδιατρεφία
ἀδιατρεψία
ἀδιάτροπος
ἀδιατυπόω
ἀδιατύπωτος
ἀδίαυλος
ἀδιάφθαρτος
ἀδιαφθονήτως
ἀδιαφθορία
ἀδιάφθορος
ἀδιαφθόρως
ἀδιαφορέω
ἀδιαφορητικόν
ἀδιαφορητικός
ἀδιαφόρητος
ἀδιαφορία
ἀδιαφοροδιχρονιστής
ἀδιαφοροδίχρονος
ἀδιάφορος
ἀδιαφόρως
ἀδιάφρακτος
…
ἀδιαστρόφως
Save
Bailly 2024
ἀδιαστρόφως,
adv.
sans perversion,
Sext.
690 Bkk. ;
Clém.
1, 425 Migne
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}