ἀδιάσωστος
ἀδιάσωστος, not preserved
ἀδιά-σωστος, ον,
- not preserved, βιβλίον Ptol. Tetr. 47.
ἀ·διάσωστος, ος, ον, non préservé, Ptol. Tetr. 49.
Étym. ἀ, διασῴζω.
ἀδιάσωστος, not preserved