ἀδιάσχιστος
ἀδιάσχιστος, not cloven
ἀδιά-σχιστος, ον,
- not cloven, Arist. HA 532b13.
que no está partido
τὸ γλωττοειδές
de la cigarra
ἀ·διάσχιστος, ος, ον, non déchiré, Arstt. H.A. 7, 4, 12.
Étym. ἀ, διασχίζω.