ἀδιασκέδαστος
ἀδιασκέδαστος, not scattered
ἀδια-σκέδαστος, ον,
- not scattered, Sch. Ar. Th. 1027.
compacto, no disperso
• fig. coherente, que no se dispersa
τὴν μάθησιν τῶν ζητουμένων ἀσύγχυτόν τε καὶ ἀδιασκέδαστον ... ἐμποιῶν