ἀκαταμάθητος
ἀκαταμάθητος, not learnt
ἀκατα-μάθητος, ον,
- not learnt or known, Hp. Acut. 7, 51, Plot. 3.9.3.
desconocido
ὁπόσα ἀκαταμάθητά ἐστιν τοῖς ἰητροῖς
ἀ·καταμάθητος, ος, ον [μᾰ] ignoré, Hpc. Acut. 384.
Étym. ἀ, καταμανθάνω.
ἀκαταμάθητος, unbekannt, Hippocr.