ἀκαταπτόητος
ἀκαταπτόητος, not to be scared
ἀκατα-πτόητος, ον,
- not to be scared, Sch. Il. 3.63.
que no se asusta
glos. a ἀτάρβητος
ἀκαταπτόητος, unerschrocken, Schol. Il. 3.63.
ἀκαταπτόητος, not to be scared
que no se asusta
glos. a ἀτάρβητος