ἀκαταπόνητος
ἀκαταπόνητος, inexhaustible
ἀκατα-πόνητος, ον,
- inexhaustible, Philol. 21, Theol.Ar. 15.
1 indestructible, inagotable
(ὁ κόσμος) παρὸ καὶ ἄφθαρτος καὶ ἀ. διαμένει τὸν ἄπειρον αἰῶνα
ἀτειρὴς καὶ ἀ.
inquebrantable e inagotable
2 invencible
δύναμις
*ἀ·καταπόνητος, seul. dor. -πόνατος, ος, ον [νᾱ] infatigable, Philol. B 21, p. 417, 8 (Stob. Ecl. 1, 420).
Étym. ἀ, καταπονέω.
ἀκαταπόνητος, unbezwinglich, Schol. oft.