ἀκηρότατος Save DGE Bailly 2024 Pape ἀκηρότᾰτος -ον purísimo χρωτὸς ἀκηροτάτου AP 12.249 (Strat.). ἀκηρότατος, v. ἀκήρατος. ἀκηρότατος, s. ἀκήρατος.