Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀκολακεύτως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀκοαστῆρες
ἀκογγιστ-
ἀκοή
ἀκόησις
ἀκοΐδιον
ἀκοιλάντως
ἀκοίλινον
ἀκοίλιος
ἄκοιλος
Ἀκοίμητοι
ἀκοίμητος
ἀκοίμιστος
ἀκοινονόητος
ἄκοινος
ἀκοινωνησία
ἀκοινώνητος
ἀκοινωνήτως
ἀκοινωνία
ἀκοινώτητος
ἀκοίτας
ἀκοιτέω
ἀκοίτης
Ἀκοίτης
Ἀκοίτιον
Ἀκοίτιος
ἄκοιτις
ἄκοιτος
Ἄκολα
ἀκολάζω
ἀκολάκευτος
ἀκολακεύτως
ἀκόλακος
ἀκολασία
ἀκολασταίνω
ἀκολάσταμα
ἀκολάστασμα
ἀκολαστευτέον
ἀκολαστέω
ἀκολάστημα
ἀκολαστητέον
ἀκολαστία
ἀκόλαστος
ἀκολαστότης
ἀκολάστως
ἀκολλητί
ἀκόλλητος
ἄκολλος
ἀκολλύβιστος
ἀκολοβός
ἀκολόβωτος
ἄκολος
ἀκολούης
ἀκολουθέω
ἀκολούθημα
ἀκολούθησις
ἀκολουθητέον
ἀκολουθητικός
ἀκολουθία
ἀκολούθια
ἀκολουθικός
ἀκολουθίσκος
…
ἀκολακεύτως
Save
Bailly 2024
ἀκολακεύτως
[
λᾰ
]
adv.
sans flatterie,
Cic.
Att.
13, 51, 1
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}