ἀκοίτας
ἀκοίτας, husband (ἀκοίτης)
ἀ˘κοίτας
- 1husband (Ἱππολύτα) ξυνᾶνα Μαγνήτων σκοπὸν πείσαισʼ ἀκοίταν ποικίλοις βουλεύμασιν i. e. Akastos N. 5.28 Ναίδος ἀκοίτας Σιληνός fr. 156.