ἀκουτίζω
ἀκουτίζω, make to hear
ἀκου-τίζω,
- make to hear, τινά τι or τινος LXX Ps. 50(51).8, Si. 45.5.
1 hacer escuchar
ἀκουτιεῖς με ἀγαλλίασιν
ἠκούτισεν αὐτὸν τῆς φωνῆς
σημαίνει δὲ τὸ ποιῶ ἀκοῦσαι
2 v. med. escuchar con atención
τὴν περὶ τῶν ὄντων γνῶσιν
ἀκουτίζω, f. ιῶ [ᾰ] faire entendre : τινά τι, Spt. Jud. 13, 23 ; Ps. 50, 9 ; Cant. 2, 14, qqe ch. à qqn.
Étym. ἀκούω.
ἀκουτίζω, LXX.hören lassen ; ἀκουτίσαι, διδάξαι, B.A. 366.