ἀκουσμάτιον
ἀκου-σμάτιον, τό, Dim. of ἄκουσμα, Ps.-Luc. Philopatr. 18.
cancioncilla
τὸ θαυμάσιον ἐκεῖνο ἀ. ἄεισον
ἀκουσμάτιον, ου (τὸ) [ᾰᾰ] conte ou chanson, Luc. Philops. 18.
Étym. ἄκουσμα.
ἀκουσμάτιον, τό, kleine Erzählung, Luc. Philop. 18.