Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνακοκκύζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνακλώμενον
ἀνακμάζω
ἀνακμαστικός
ἀνακναδάλλω
ἀνακνάπτω
ἀνακνάω
ἀνακνίδεσι
ἀνακνισόω
ἀνακνισσόω
ἀνακογχίζω
ἀνακογχύζω
ἀνακογχυλιάζω
ἀνακογχυλιασμός
ἀνακογχυλιαστός
ἀνακογχυλίζω
ἀνακογχυλίσασθαι
ἀνακογχύλισμα
ἀνακογχυλισμός
ἄνακοι
ἀνακοιλιασμός
ἀνάκοιλος
ἀνακοιμάομαι
ἀνακοινέομαι
ἀνακοινέω
ἀνακοινόω
ἀνακοινωνέομαι
ἀνακοίνωσις
ἀνακοινωτέος
ἀνακοιρανέω
ἀνακοιτάζομαι
ἀνακοκκύζω
ἀνακολαφή
ἀνακολαφίς
ἀνακολλάω
ἀνακόλλημα
ἀνακόλλησις
ἀνακολλητικός
ἀνακολουθέω
ἀνακολούθητος
ἀνακολουθία
ἀνακόλουθος
ἀνακολούθως
ἀνακολπάζω
ἀνακολπόω
ἀνακολυμβάω
ἀνακομάω
ἀνακομβόομαι
ἀνακομβόω
ἀνακομιδή
ἀνακομίζω
ἀνακόμισις
ἀνακομιστέον
ἀνακομιστικός
ἀνάκομμα
ἀνακονεῖν
ἀνακοντίζω
ἀνάκοος
ἀνακοπή
ἀνακοπτέον
ἀνακόπτω
ἀνακορέω
…
ἀνακοκκύζω
Save
Pape
ἀνακοκκύζω
,
aufkrähen, an zu krähen fangen, Schol. Theocr
. 7.124 ;
B.A
. 1452.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}