ἀνακροταλίζω
ἀνακροτᾰλίζω,
- = ἀνακροτέω, Hippoloch. ap. Ath. 4.129c.
aplaudir
ἀνεκροταλίσαμεν τὸν νυμφίον
• meter ruido
βαρύδουπον ἐπιρρήσσων πέδον ὁπλῇ ἵππος ἀνεκροτάλιζε
ἀνα·κροταλίζω [ᾰλ] applaudir bruyamment, Ath. 129c.
ἀνακροταλίζω, Ath. IV.129c, = ἀνακροτέω.