ἀναμέτρησις
ἀναμέτρησις, a measurement
- measurement, τῆς γῆς Str. 1.1.20, cf. POxy. 918xi14 (ii A. D.); τῶν θείων περιόδων Iamb. Myst. 9.4.
- 2 estimate, τῆς εὐδαιμονίας πρὸς ἀργύριον ἀ. ποιεῖσθαι Plu. Sol. 27, cf. Hierocl. in CA 19 p.461 M.
1 medición, medida
τῆς γῆς
περὶ ἀναμετρήσεως τῆς γῆς
tít. de una obra de Eratóstenesτοῦ χωρίου
αἰγιαλοῦ
σπόρου
σχοινίου
τῶν θείων περιόδων
τῆς ὥρας
ἀνθρώπου δάκτυλος ἀναμέτρησιν σημαίνει
el dedo del hombre indica una unidad de medida
2 fig. valoración
πρὸς ἀργύριον ... τῆς εὐδαιμονίας ... ἀναμέτρησις
• cómputo
τῶν ἡμερινῶν ἔργων
3 pago
πρὸς ἀναμέτρησιν φόρου
contra pago de una venta
- a measurement, τινος πρός τι of one thing by another, Plut.