ἀνάμεστος
ἀνάμεστος, filled full
ἀνάμεστ-ος, ον (fem. -τη Eup. 16 codd.),
- filled full, τινός of a thing, Ar. Nu. 984, Eup. l.c., Philum. ap. Aët. 5.125, Phld. Piet. 74, Man. 4.82, Eun. VS p.454 B.; ἔχθρας πρὸς τὸν δῆμον ἀνάμεστος D. 25.32; βίος ἀ. ἰλύος Epict. Gnom. 1.
lleno de c. gen.
χαρίτων
σφυράδων
τεττίγων
ἔχθρας
ἰλύος
μανίης
ἡδονῆς
κηλίδων
φθορᾶς
βοσκημάτων
πολιτικῆς ... φρονήσεως
ἀνά·μεστος, ος, ον, rempli de, gén. Ar. Nub. 984 ; DH. 11, 37 ; fig. Dém. 779, 25, etc.
Étym. ἀ. μεστός.
ἀνάμεστος, (fem. ἀναμέστη Eupol. bei Schol. Ar. Pax 790), angefüllt, voll, ἔχθρας πατρικῆς Dem. 25.32 ; Mnesim. Ath. IX.403 (v. 65).
ἀνάμεστος
- filled full, τινός of a thing, Dem.