ἀνηκίδωτος
ἀνηκίδωτος, without point
ἀνηκίδωτος, ον, (ἀκῐδωτός)
- without point, A. Fr. 279; opp. ἠκιδωμένος, βέλη IG 2.807b138.
que carece de punta A.Fr.206,
βέλη
ἀν·ηκίδωτος, ος, ον [ῐ] sans pointe, Eschl. fr. 262.
Étym. ἀν-, *ἀκιδωτός, vb. d’*ἀκιδόω, d’ἀκίς.
ἀνηκίδωτος, = ἀνακίδωτος, B.A. 402.