ἀνομβρήεις
ἀνομβρήεις, rainy
ἀνομβρ-ήεις, εσσα, εν,
- rainy, Nic. Al. 288.
lluvioso
Ὄλυμπος
ἀνομβρήεις, ήεσσα, ῆεν, pluvieux, Nic. Al. 288.
Étym. ἀνομβρέω.
ἀνομβρήεις, stark, oft beregnet, Nic. Al. 288, Ὄλυμπος, Schol. πολύομβρος.