ἀνόλβιος Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἀνόλβ-ιος, ον, = sq., v.l. in Hdt. 1.32. ἀνόλβιος -ον desgraciado ἄνθρωπος Hdt.1.32 (var.), cf. BCH 85.848 (Paros). ἀν·όλβιος, ος, ον, malheureux, Hdt. 1, 32. Étym. ἀν-, ὄλβος. ἀνόλβιος, unglücklich, Her. 1.32.