ἀνομοούσιος
ἀνομοούσιος, differing in
ἀνομο-ούσιος, ον,
- differing in οὐσία, Ps-Alex.Aphr. in SE 12.17.
que difiere en
οὐσία, πράγματα
• Leont.H.M.86.1493A.
ἀνομοούσιος, differing in
que difiere en
οὐσία, πράγματα
• Leont.H.M.86.1493A.