ἀντίτιμος
ἀντίτιμος, of equal worth
ἀντίτῑμος, ον,
- of equal worth, Ἀθηνᾶ 20 p.163 (Chios), and ἀντίτῑμα· τὰ ἄποινα, τὰ ἀντέκτιτα, Hsch.
1 del mismo valor,
• que intenta imitar a c. gen., Sthenid.p.536.
2 plu. subst. rescate
καὶ τῶν ψυχῶν αὐτῶν ἀντίτιμα πεντακοσίαν χιλλάδα δηναρίων ἡμεῖν ἔδοτο
ἀντί·τιμος, ος, ον [ῑμ] de prix égal, équivalent à, gén. Stob.
Étym. ἀ. τιμή.
ἀντίτιμος, [ῑμ], (τιμή), anstatt des Preises, vergeltend.