ἀντάεις
ἀντάεις, Dor. for ἀντήεις.
dór. hostil
τις
ἀντάεις, v. ἀντήεις.
ἀντάεις, dor. für ἀντήεις, Pind. P. 9.96, feindselig.
ἀντᾱεις
- 1hostile, enemy οὕνεκεν, εἰ φίλος ἀστῶν, εἴ τις ἀντάεις, τό γʼ ἐν ξυνῷ πεποναμένον εὖ μὴ κρυπτέτω P. 9.93