ἀνταιωρέομαι
ἀνταιωρέομαι, rise over against
ἀνταιωρέομαι,
- rise over against, Plot. 6.5.11.
estar colgado a su vez de e.d. depender de
φύσιν ἀνταιωρουμένην καὶ ἐξηρτημένην ἐκείνης (δυνάμεως)