ἀνταιτιάομαι
ἀνταιτιάομαι, make a countercharge
ἀνταιτιάομαι,
- make a countercharge, D.C. Fr. 99.
hacer una contra-acusación
προσήκει καὶ ἐμοὶ τὰ μὲν ἀπολύσασθαι τὰ δὲ ἀνταιτιάσασθαι
ἀντ·αιτιάομαι-ῶμαι, accuser à son tour, DC. Exc. p. 72, etc.
ἀνταιτιάομαι, dagegen anklagen, D.Cass.