ἀπαλοιάω
ἀπαλοιάω, crush utterly
ἀπ·αλοιάω, v. ἀπαλοάω.
ἀπαλοιάω, p. = ἀπαλοάω.
ἀπαλοιάω
[ἀπ-, ἀπο- 7.]
To crush, break, sever: τένοντε καὶ ὀστέα Il. 4.522.
ἀπαλοιάω , aor. ἀπηλοίησεν: crush utterly; ὀστέα, Il. 4.522†.