ἀπαλλακτής
ἀπαλλακτής, liberator from
ἀπαλλ-ακτής, οῦ, ὁ,
- liberator from, κακοῦ Max.Tyr. 13.5 [7.5.f].
liberador
κακοῦ
ἀπαλλακτής, οῦ (ὁ) qui affranchit, libérateur, M. Tyr. 13, 5.
Étym. ἀπαλλάσσω.
ἀπαλλακτής, ὁ, Befreier, Max.Tyr.