ἀποκεκαλυμμένως
ἀποκεκαλυμμένως, openly
ἀποκεκᾰλυμμένως, Adv.
- openly, Isoc. 8.62, D.H. Rh. 8.3, Lib. Or. 1.37, al.
adv. sobre el part. perf. de
ἀπο·κεκαλυμμένως [κᾰ] adv. à découvert, Isocr. 171e.
Étym. ἀποκαλύπτω.
ἀποκεκαλυμμένως, unverhohlen, Isocr. 8.62.