ἀποκύω
1 tr. dar a luz
Σεπτίμιον Τουσκῖνον
θήλεα
τὸ τέκνον
• part. pas.
τὰ ἀποκυόμενα
los hijos
2 intr. nacer
τὰ γενόμενα ... εἰς τὴν αὐγὴν ἀποκύει
1 tr. dar a luz
Σεπτίμιον Τουσκῖνον
θήλεα
τὸ τέκνον
• part. pas.
τὰ ἀποκυόμενα
los hijos
2 intr. nacer
τὰ γενόμενα ... εἰς τὴν αὐγὴν ἀποκύει