ἀποκυλινδέω
ἀποκυλινδέω, roll away
ἀπο-κῠλινδέω,
- = ἀποκυλίω, J. BJ 3.7.28 (Pass.).
ἀπο·κυλινδέω [ῠ] c. ἀποκυλίω, Jos. B.J. 3, 7, 28.
ἀποκυλινδέω, wegwälzen, Jos.
ἀποκυλινδέω, roll away