ἀποκύημα
feto fig.
τῆς νέας σοφίας τὸ καινὸν ... ἀποκύημα
προέκυψεν εἰς φῶς μέγιστόν τι τοῦτο ἀποκύημα
ἀποκύημα, ατος (τὸ) fœtus, Clém. Hom. 6, 4.
Étym. ἀποκυέω.
feto fig.
τῆς νέας σοφίας τὸ καινὸν ... ἀποκύημα
προέκυψεν εἰς φῶς μέγιστόν τι τοῦτο ἀποκύημα