ἀπομετρέω
ἀπομετρέω, to measure out
ἀπομετρ-έω, fut. Med. -ήσομαι IG 7.3073.77 (Lebad.):—
- measure off or out, θριγκούς l.c.; δακτυλίους μεδίμνοις Luc. DMort. 25[12].2:— Med., μεδίμνῳ ἀπομετρήσασθαι τὸ ἀργύριον X. HG 3.2.27:—Pass., to be measured off, Plb. 6.27.2, Str. 2.1.27.
- II measure out, distribute, X. Oec. 10.10; σῖτόν τινι J. AJ 2.5.7, cf. Ath.Med. ap. Orib. inc. 5.6.
1 medir
θριγκούς
δακτυλίους μεδίμνοις
• en v. pas.
ἀπομετρεῖται τετράγωνος τόπος
μεδίμνῳ ... τὸ ἀργύριον
• comprobar midiendo
ἀρτάβας τῶν πυρῶν
2 abs. distribuir los alimentos
παραστῆναι ... ἀπομετρούσῃ τῇ ταμίᾳ
σῖτον ... ἑκάστοις
3 pagar en especie
τὴν ὄλυραν
ἀπο·μετρέω-ῶ :
1 mesurer des parts, acc. Luc. D. mort. 12, 2 ||
2 distribuer des parts, Xén. Œc. 10, 10 ||
Moy. c. à l’act. 1, Xén. Hell. 3, 2, 27.
ἀπομετρέω, abmessen, τοὺς δακτυλίους μεδίμνοις ἀπομετρῆσαι Luc. D.Mort. 12.2 ; med., μεδίμνῳ ἀπομετρήσασθαι τὸ ἀργύριον Xen. Hell. 3.2.20 ; nach dem Maße verteilen, Oec. 10.10 u. Sp.
ἀπομετρέω
- to measure out, Luc.:—Mid., Xen.