ἀποπιστεύω
ἀποπιστεύω, to trust fully, rely on
ἀποπιστεύω,
- trust mistakenly, τοῖς ἐπιπέδοις Plb. 3.71.2, cf. 12.26d. 4, J. AJ 15.7.6; τοῖς ἰδίοις λογισμοῖς (opp. τῷ θεῷ πεπιστευκέναι) Ph. 1.132, cf. Gal. 8.90.
- 2 confide strongly in, τῇ τῶν ἰδεῶν ὑποθέσει Procl. in Prm. p.480 S.
confiar excesivamente c. dat.
τοῖς ἐπιπέδοις
τοῖς ἰδίοις λογισμοῖς
δόξαις ἠλιθίαις
• creer firmemente
τῇ τῶν ἰδεῶν ὑποθέσει
ἀπο·πιστεύω, avoir une entière confiance en, dat. Pol. 3, 71 ; Phil. 1, 132 ; Jos. A.J. 15, 7, 6.
ἀποπιστεύω, ganz vertrauen, τοῖς τόποις Pol. 3.71 ; Jos.
ἀποπιστεύω
- to trust fully, rely on, τινί Polyb.