ἀποσπερμαίνω
ἀποσπερμαίνω, shed semen
ἀποσπερμ-αίνω, aor. -ηνα,
- shed semen, εἴς τι Apollod. 3.14.6, Palaeph. 51.
1 eyacular
ὁ δὲ ἀπεσπέρμηνεν εἰς τὸ σκέλος τῆς θεᾶς
λαβόντες οἱ θεοὶ τὴν ... βοὸς βύρσαν ἀπεσπέρμηναν εἰς αὐτήν
• c. gen.
ἀποσπερμαίνειν τῶν τῆς Ἑκάτης ἀγαλμάτων
2 engendrar
ὅτ' ἀπεσπέρμαινεν Ἐπίκουρον
ἀπο·σπερμαίνω, répandre une semence, Apd. 3, 14, 6.
ἀποσπερμαίνω, den männlichen Samen ergießen.