ἀποσπερματισμός Save LSJ DGE Pape ἀποσπερμ-ᾰτισμός, ὁ, = foreg., Tz. ad Lyc. 598. ἀποσπερματισμός -οῦ, ὁ polución θορὸς γὰρ ὁ ἀ. Tz.ad Lyc.598, cf. Sch.Opp.H.1.479. ἀποσπερματισμός, ὁ, das Ergießen des Samens, Sp., wie Schol. Opp. H. 1.479.