ἀπόσταγμα
ἀπόσταγμα, that which trickles down
ἀπόσταγμα, ατος, τό,
- that which trickles down, κυκεῶνος Tz.ad Lyc. 607, EM 538.16.
goteo, chorreo
τοῦ κυκεῶνος
τῆς σταφυλῆς
ἀπόσταγμα, τό, das Herabgetröpfelte, VLL.