ἀπόσσυτος
ἀπόσσυτος, rushing away
ἀπόσσῠτος, ον,
- rushing away, Opp. H. 2.560, Nonn. D. 2.686, al.; thrown out of a chariot, ib. 28.165; starting from a mark, of racers, Opp. H. 4.102; departing from, ὠκεανοῖο Tryph. 668.
que se escapa c. gen.
ἀπ' ἄλλων δελφίνων ἀγέλης
Θρηικίην δ' ἐπὶ πέζαν ἀ. ἵκετο
ἀ. οὗτος ἱκάνειν;
• que parte, que arranca
στάθμης
• que sale
Ὠκεανοῖο
• que sale despedido de un carro
εἰς πέδον ἠκόντιζεν ἀπόσσυτον ἡνιοχῆα
ἀπόσσυτος, ος, ον [ῠ] qui s’élance au loin, qui échappe, Opp. H. 2, 560.
Étym. ἀποσσεύω.
ἀπόσσυτος, weggescheucht, enteilend, Opp. Hal. 2.560, 4.102 ; Nonn.