ἀπόσπορος
ἀπόσπορος, born from
ἀπόσπορος, ον,
- born from, θαλάσσης Musae. 249, cf. Nonn. D. 11.145.
nacido de
Κύπρις ἀ. ... ἐστι θαλάσσης
Πολύφημος, ἀ. ἐννοσιγαίου
ἀπό·σπορος, ος, ον, issu de, gén. Mus. 249 ; Nonn. D. 11, 145.
Étym. ἀποσπείρω.
ἀπόσπορος, von Einem gesät, erzeugt, τινός Nonn. D. 11.145.