ἀποστέγασμα
ἀποστέγασμα, protection against
ἀποστέγ-ασμα, ατος, τό,
- protection against, ψύχους Thphr. CP 5.13.3.
protección contra
τοῦ ψύχους
ἀποστέγασμα, ατος (τὸ) abri contre, gén. Th. C.P. 5, 13, 3.
ἀποστέγασμα, τό, Schutzdach, ψύχους, zur Abhaltung der Kälte, Theophr.