ἀποσταλάω
ἀποσταλ-άω,
- = ἀποστάζω I, Opp. C. 3.370, 4.198.
destilar, gotear
ἀφρὸν ... κατὰ χθονός
ἀφρὸν ... ποτὶ σχερὸν αἱματόεντα
ῥαθάμιγγας ... μελίσσης
ἀπο·σταλάω-ῶ [τᾰ] c. le préc. au sens trans. Opp. C. 3, 370 ; 4, 198 ; A. Pl. 141.
ἀποσταλάω, = ἀποστάζω, τί τινος, Christod. ecphr. 110 ; Opp. Cyn. 3.370, 4.148.