ἀποστάτις
ἀποστάτις, seceded, rebel (f. adj., of a city)
ἀπο-στάτις [τᾰ], ιδος, ἡ,
- pecul.fem. of ἀποστάτης, ἀ. πόλις LXX 1 Es. 2.18, J. AJ 11.2.1.
fem. de ἀποστάτης rebelde
πόλις
ἀποστάτις, ιδος (ἡ) [τᾰ] qui fait défection, séditieux, rebelle, Spt. 2 Esdr. 2, 14 ; Jos. A.J. 11, 2, 1.
Étym. cf. ἀποστάτης.
ἀποστάτις, ιδος, ἡ, die Abtrünnige, πόλις Sp.