ἀποστέγασσις
ἀποστέγασσις, plastering
ἀποστέγ-ασσις (Dor. for -στέγασις) εως, ἡ,
- plastering, πλίνθων, τοίχων, IG 4.823.24,25 (Troezen).
enlucido, recubrimiento
πλίνθω]ν
τοίχων