About Report a problem

Menu

ἀποσταλάζω

ἀποσταλ-άζω,
  • = ἀποστάζω II, Ps.-Luc. Am. 45: c. acc., ἀποσταλάξει τὰ ὄρη γλυκασμόν LXX Jl. 3(4).18 ( = Am. 9.13).

Saved

Recent