ἀποσταλάζω
ἀποσταλ-άζω,
- = ἀποστάζω II, Ps.-Luc. Am. 45: c. acc., ἀποσταλάξει τὰ ὄρη γλυκασμόν LXX Jl. 3(4).18 ( = Am. 9.13).
1 tr. destilar
ἀποσταλάξει τὰ ὄρη γλυκασμόν
2 intr. gotear de
οἱ τῶν ἐναγωνίων πόνων ἀποσταλάζοντες ἱδρῶτες
ἀποσταλάζω [τᾰ] c. ἀποστάζω :
1 tr. Spt. Amos 9, 12, etc. ||
2 intr. Luc. Am. 45.
ἀποσταλάζω, (σταλάζω), = ἀποστάζω, Luc. amor. 45 ; Synes.