ἀποτροπιαστής
ἀποτροπιαστής, averter
ἀποτροπ-ιαστής, οῦ, ὁ,
- averter, Sch.A. l.c.
conjurador
ἀ. δὲ τῶν ὀνείρων φασὶν εἶναι τὸν ἥλιον
ἀποτροπιαστής, ὁ, Abwender, Schol. Aesch. Pers. 701.
ἀποτροπιαστής, averter
conjurador
ἀ. δὲ τῶν ὀνείρων φασὶν εἶναι τὸν ἥλιον