ἀποτροπάομαι
ἀποτροπ-άομαι, poet. for ἀποτρέπω, Ps.-Phoc. 133 codd., Numen. ap. Ath. 7.304f.
alejar, conjurar
ἰοβόλον σκολόπενδραν
κακοεργόν
ἀποτροπάομαι-ῶμαι, se détourner de, acc. Ps.-Phocyl. 133.
Étym. ἀποτροπή.
ἀποτροπάομαι, sich abwenden, Phocyl. 125.