ἀπότριψις
ἀπότριψις, mashing
ἀπό-τριψις, εως, ἡ,
- mashing, PSI 4.332.24 (iii B.C.).
1 majado o picado, picadillo
σκόρδων
2 eliminación, evacuación
κατὰ τὰς ἀποτρίψεις τὰ οὖρα καὶ τὰ σκύβαλα πλεονάζει
• fig. eliminación, acción de borrar c. gen.
ἁμαρτίας
ἀπότριψις, εως (ἡ) usure, Clém. 292.
Étym. ἀποτρίβω.