ἀποτρυγίζω
ἀποτρυγίζω, rack off, decant
ἀποτρῠγ-ίζω, (τρύξ)
- rack off, decant, εἰς ἀγγεῖα Gp. 8.23.2.
decantar el vino
εἰς ἀγγεῖα
ἀπο·τρυγίζω [ῠ] clarifier du vin, Geop. 8, 23, 2.
Étym. ἀ. τρύξ.
ἀποτρυγίζω, Wein abklären, Geop.